Τετάρτη, 25 Απριλίου 2018

Ενοτικέ νενίκηκας με

24 Απρίλη 2004- 24 Απρίλη 2018: Ενωτικέ νενήκηκας με


Αναδημοσίευση 2018

Έγραφα:

2009: Η νέα εθναρχία ΤΙΜΑ λέει την επέτειο. Ποιοι οι τιμημένοι και ποιοι οι άτιμοι; Αντί να λένε πανυγηρίζουμε, λένε τιμάμε. Οι λαοί χρειάζουνται μύθους για να κάμουν πιο ενδιαφέρουσαν την μίζερην τζιαι ανιαρήν τους ύπαρξην. Οι μύθοι χρειάζουνται τιμές, ειδεκανού πιστευτοί δεν γίνουνται.

Έγραφα:
2008: 24 του Απρίλη. Η ελπίδα ξαναγεννιέται. Μου υπόσχουνται ότι τζιείνον που μου έταξαν για τους επόμενους έξι μήνες μετά το δημοψήφισμα, να τσιμεντώσουν δηλαδή το ΝΑΙ, θα έρτει έστω τζιει καθυστερημένα μετά από 4 χρόνια.
Έγραφα:
2005: Απρίλης. Η ΚΕ του Ακέλ τιμωρεί όσους δήλωσαν δημόσια ότι ψήφισαν ΝΑΙ στο δημοψήφισμα. Η κατάθλιψη μου τότες ήταν στο ναδίρ. Έγραψα ένα από τα λίγα κείμενα στα καλαμαρίστικα. Λέω καλαμαρίστικα διότι τα Ελληνικά μου είναι της κακιάς ώρας. Είναι ελληνικά Κυπραίου που καλαμαρίζει.

Το ξαναδημοσιεύω διότι φοβάμαι ότι ξαναγίνεται επίκαιρο.

Έγραφα λοιπόν....

Είπατε τω βασιλεί χαμαί πέσε δαίδαλος αυλά. Ουκέτι Φοίβος έχει καλύβην, ού μαντείδα δάφνην, ού παγάν λαλέουσαν. Απεσβέτο και λαλών ύδωρ.

Το παραμύθιν ετέλειωσεν. Οι άνθρωποι που γεννήθηκαν στις δεκαετίες του 50, του 60 και του 70, οι άνθρωποι που τόσο ονειρεύτηκαν την επανένωση ας πενθήσουν τα όνειρα τους.

Η γενιά μου επερίμενε 40 χρόνια για να αλλάξουν οι συνθήκες του διχασμού που εδημιούργησε η τρελλή ιδέα της ένωσης. 40 χρόνια ψέματα.

Όταν η ένωση εκέρδιζεν έδαφος, το τελευταίο προπύργιο που έπεσε ήταν μέσα στο ΑΚΕΛ. Από τους τελευταίους πολιτικούς πεσόντες ο μακαρίτης ο Αδάμ Αδάμαντος, τότε δήμαρχος Αμμοχώστου. Απεβλήθη απο το ΑΚΕΛ διότι είχε δει την προδοσία που εγίνετο σε βάρος της ελληνοκυπριακής και τουρκοκυπριακής εργατικής τάξης με το ΝΑΙ του κόμματος στην Ενωση με την μητέρα Ελλάδα. Λες και το ξερε πως η πόλη του θα βρυκολάκιαζε σαν επακόλουθο της τρελλας. «Ούτε το μικρό μου δακτυλάκι δεν πρόκειτε να κουνήσω για την ένωση είπε». Απεβλήθη. Εκτελεστές: Ανδρέας Φάντης και Αδρέας Ζιαρτίδης, συν επαγρυπνήσι και λοιποίς συντρόφοις. Η επίσημη ηγεσία δε μπορούσε να δει 10 χρόνια μπροστά. Αυτό που οι αγωνίες της καθημερινότητας της επέτρεπαν να δει, ήταν ο κύνδινος να βάλει τον κόσμο εναντίον της. Διότι τα μυαλά του κόσμου είχαν ξελογιαστεί από τα παραμύθια μιάς αππωμένης και άμυαλης εθναρχίας. Δέν έβαλαν τον κόσμο εναντίον τους. Ακολούθησαν τον κόσμο. Ακολούθησαν τους Παπάδες.

Η γενιά μου κληρονόμησε τα επακόλουθα της ιδέας. «Αυτοδιάθεση – ένωση» λέει.

1963. Μια δεκαετία δεν πέρασε καλά καλά και ο πατέρας μου, εικοσάχρονος νέος πατέρας στα χαρακώματα. Το σπίτι του νιόπαντρου ζέυγους στο μικτό μαχαλλά του Σακκάρια μετατράπηκε σε φρούριο για να αμύνεται η γειτονιά. Τα άλλα σπίτια ήταν από τσίγγους και οι σφαίρες των γειτόνων Tουρκοκυπρίων μπορούσαν να τα τρυπήσουν. Ήμουν έξι μηνών άνθρωπος. Πρόσφυγας για πρώτη φορά. Τα μεγάλα βάσανα που θα έφερνε η μεγάλη ιδέα της ένωσης ήταν ακόμα πίσω.

1965. Το τελευταίο είδολο της συμβίωσης τσακίστηκε μέσα στο αυτοκίνητο του Μισιαούλη και του Καβάζογλου. 1967. Ενώ ο αππωμένος Παπάς ξέγραψε την ένωση, οι δικοί μας πατέρες, οι αριστεροι, την συναφέρνουν ακόμα.

1974. «Βουράτε γλήορα μες το αυτοκίνητον τζαι σύρνουν πόμπες». Ακούω ακόμα την την φωνή του πατέρα μου να ορλιάζει σαν να ταν χτες. Τα αεροπλάνα του ΝΑΤΟ έσχιζαν τον ουρανο του Βαρωσιού και έσπερναν θάνατο. Οι επιπτώσεις της τρελλής ιδέας έπευταν τώρα πιο βίαιες. «Ύστερα φέρνει ο φούρνος την πυράν» έλεγε η γιαγιά μου. Ήμουν 11 χρονών άνθρωπος. Δέυτερη φορά προσφυγας. Αυτοί που εβάλαν τους αριστερούς να ψηφίσουν ΝΑΙ στην ένωση για να μην βάλουν τον κόσμο εναντίον τους εκλαίαν τώρα μέσα στα τσαντίρια μαζύ με τον κόσμο. Οδύρονταν μαζύ με τις μανάδες που εθρηνούσαν τα παιδιά τους. Εκαταριόντουσαν την ΕΟΚΑ και τους δολοφόνους προδότες.

Εγώ τότες δεν ήξερα από φούρνους ούτε και καταλάβαινα από τους νόμους της πυράς. ΄Ενοiωθα την πυράν των ξύλων που εκαίαν μπροστά στα μάτια μου. Εκαταριώμουν και γω την ΕΟΚΑ β, τους δολοφόνους, την CIA, την δικτατορία, την κατοχική Τουρκία, την TMT. Την πυράν που έβγαινε από τα βάθη του φούρνου, την πυράν που είχε συσσωρευτεί στις πέτρες απο 20 χρόνια πρίν, την πυράν που επέτρεψεν στα ξύλα να πάρουν φωτιά, αυτήν τη πυράν δεν την έβλεπα. Και ας ήταν γραμμένη με γράμματα μπλέ στους τοιχους των χωριών και των συνοικιών. Ενωσις η Θάνατος. Έγραφε. 


Το παράδοξο που δεν μπόρεσα ποτέ να εξηγήσω είναι ότι οι ελληνοκύπριοι ηγέτες της εργατικής τάξης, αυτοί που ελέαν των τουρτζιών να φύγουν απο την ΠΕΟ αν δεν τους αρέσει η Ένωση, οι ίδιοι άνθρωποι με έμαθαν να φωνάζω στους δρόμους και στα συλλαλητήρια «... οι τουρκοι της κύπρου ειναι αδελφοί μας». «Η Κύπρος ανοίκει στο λαό της», φωνάζαμε στις πλατείες και τραγουδούσαμε το «αδελφέ μου Οσμάν την καρδιά μου σ’ανοιγω...». Έφηβος πρόσφυγας έμαθα ότι αγώνας σημαίνει αγώνας για επανένωση. Πολιτικό νήπιο εβύζασα το γάλα της διεθνιστικής αλληλεγύης μέσα στο κόμμα της εργατιάς και αποστραφηκα τον εθνικιστικό πατριωτισμό. Αφελής ιδεαλιστής πίστεψα ότι άμα η συνθήκες στην Τουρκία θα άλλαζαν και άμα ο ιμπεριαλισμός θα μας άφηνε ελέυθερους να αποφασίσουμε αυτό που θέλουμε, θα δίναμε τα χέρια με τους αδελφούς μας και θα καθορίζαμε την τύχη του τόπου μας. Επερίμενα 30 χρόνια απο τότες. Επερίμενα μπας και πεθάνει ο Ντεκτάς, μπας και επαναστατήσουν οι λαικές μάζες στα κατεχόμενα, μπας και οι γεωπολιτικοί στόχοι του ιμπεριαλισμού αλλάξουν και η διχοτόμηση δεν τους εξυπηρετεί πια.

4 δεκαετίες πόλεμος, 4 δεκαετίες χωρισμός, δολοφονίες, εγκλήματα, βιασμοί, προσφυγιά. Σαν αντίβαρο, 4 δεκαετίες αγώνας και ελπίδα για επανένωση. 4 δεκαετίες ψέματα.

Ο κόσμος ο πολύς δεν θέλει επανένωση. Όταν έφτασε ο κόμπος στο χτένι το κόμμα της εργατιάς φοβήθηκε πάλι μήπως και βάλει τον κόσμο εναντίον του. Οι ηγέτες έβαλαν πάλι τους αριστερούς να ενώσουν τους ψήφους τους με την εθναρχία, με τους εθνικιστές, με την παραδοσιακή εξουσία. Την πρώτη φορά εβγάλαν 96%, αυτη τη φορά 76. Μα αυτή τη φορά η ήττα είναι τελειωτική, γιατί ο λόγος ύπαρξης της αριστεράς δέν είναι πλέον για να σμίξει τον κόσμο. Οι ηγέτες της ζουν για να ξεχωρίσουν αδελφέ μου απ΄τον κόσμο, βγαίνοντας και κορδόνοντας με γραβάτες στα κανάλια, κερδίζοντας εκλογές, κυκλοφορόντας με λιμουζίνες και φρουρούς πολλούς, κάνοντας ανίερες συμμαχίες για να γίνουν προθυπουργοί ή προέδροι της βουλής. Τους Αδάμαντους της δικής μας γενιάς δεν τους εκτέλεσαν πολιτικά. Τούς τράβηξάν λίγο απο το αυτί και τους κράτησαν μπάς και τους χρειαστούν στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Μακάρι να μήν τους έχουν εκτελέσει ψυχικά.

Αυτή η ήττα είναι η τελευταία. Η δέδαλος αυλά της επαναπροσέγκυσης έπεσεν κάτω και ετσακίστην. Η ιδέα της επανένωσης δεν έχει πια καλύβην, ούτε και η μαντείδα του ονείρου έχει δάφνην. Η λαλέουσα πηγή της αλήθειας δέν υπάρχει πια. Εστραγκισεν και το λαλών ύδωρ της ελπίδας, είπατε τω βασιλεί...

Η μοίρα του τόπου που ερωτευτήκαμεν είναι: «τζείνοι ποτζεί τζαι μεις ποδά». Αφού δεν τα καταφέραμε να τους δέσουμε το στόμα και να ενώσουμε το νησί με την Ελλάδα (1950 - 1960), αφού δεν τα καταφέραμε να τους καθαρίσουμε μέχρι τον τελευταίο (1963 – 1974), αφού δεν τα καταφέραμε να κάνουμε ομοσπονδία όπου θα κυβερνά μία αιώνια πλειοψηφία του 80% (1974 – 2004), το μόνο που μένει είναι να συφωνήσουμε την ευρωδιχοτόμηση εις βάθος χρόνου. Θα κάνουμε πως συνομηλούμε για να περιπαίζουμε τον λαό που έμαθε να ζει με την ελπίδα. Θα κάνουμε πως θέλουμε ομοσπονδία για να περιπαίζουμε τους χαζοφράγγους στο εξωτερικό, θα κάνουμε πως κάνουμε αντικατοχικό αγώνα για να περιπαίζουμε το 76%, θα κάνουμε πως ανταλλάζουμε γαρύφαλα και κλάδους ελαίας για να περιπαίζουμε το 24%. Όλα αυτά μέχρι να βγεί η ψυχή της ιδέας της επανένωσης.

Ενωτικέ νενήκηκας με.

Χάτε και μες τες υγείες μας. Και ο κάθε νενέκκος να κλείσει το μαχαζίν και να πάει έσσω του. Σ΄αυτόν τον τόπον πουλά μόνον όποιος έχει για πραμάτια την έχθραν, το μίσος, την κακίαν, και κυρίως τα ψέυτικα τα λόγια τα μεγάλα.

Χάτε, και όταν θα φέρει πάλε ο φούρνος την πυράν σε 10 χρόνια και σε 20, να 
προσευχόμαστε οι κακοί και οι λύκοι να μήν έχουν ανάγκη να χρησημοποιούν τες σφαίρες και τες πόμπες για να μοιράζονται την γήν, το χρήμαν, το φίτσιον και την εξουσίαν.

Έγραφα το 2009: Το κείμενον αυτόν έμεινεν αδημοσίευτον από το 2005. Το δημοσιεύκω για να εξορκίσω τους φόβους μου ότι γίνεται πάλιν επίκαιρον. Δεν θέλω να γινεί ποττέ ξανά επίκαιρον. Η νεοεθναρχία όμως πανηγυρίζει τζιαι κάμνει μίλλες που εκέρδισεν ο Έρογλου.

Γράφω το 2018: Το κείμενον έμεινεν μας σαν τίτλος τέλους που δεν αντέξαμεν ποττέ να δούμεν στα μάθκια τζιαι εσσιεπάσαμεν με μιαν κουρτίναν ουτοπικής ελπίδας. Λύσην τωρά, Simdi, επανένωση, αδελφέ μου Οσμάν την καρδιά μου σ΄ανοίγω...

Παρασκευή, 2 Φεβρουαρίου 2018

Η Γλαύκα Ντραγκέττα η Κυπρία.

Parnassia Glauca

Έχω άσ̆σ̆ημην προαίσθησην. Τελευταίως όποιον θέλω να ψηφίζω χάννει. Ήρτα στην Κύπρο να ψηφίσω αλλά απομονώθηκα σε μιάν κάμαρην τζ̆αι δουλεύκω. Φκαίννω έξω μόνον να πάω στην φύση, να συνάξω μολόσ̆ες, αγρέλλια, μανιτάρκα, να μου διά ο αέρας ο καθαρός. Όπου περάσω σβήννουν τηλεοράσεις να γινεί ησυχία. Δεν αντέχω την περιρρέουσαν επικοινωνιολογίαν του βόρτου που απευθύνεται προς ηλίθιους.

Ακούω για αρπακτικά που ελάβαν θέσεις, για αρπακτικά που εχάσαν πρόσφατα ή στο παρελθόν τζ̆αι αγριέφκουν, ακούω για πληγωμένα εγώ που ακκάννουν ότι ταράξει ομπρός τους, όπως τες πληγωμένες όσ̆εντρες σε αντανακλαστικήν στάσην επιβίωσης.

Την Κύπρον κινδυνεύει να την κυβερνήσει πάλε ένας υπερήλικας μεχύστακας, όπως την άλλην φοράν, με μιαν αυλήν αρπαχτικά που θα κόφκουν τζ̆αι θα ράφκουν για άλλα αρπαχτικά δευτέρου ή τρίτου κύκλου, ένας σταύλος του Αυγεία της διαφθοράς τζ̆αι της διαπλοκής, η αυλή του βασιλείου της Ιθάκης χωρίς Οδυσσέαν. Ήδη τούτη η κατάσταση εξεκίνησεν που το Μομπελεράν 1, όταν του είπασιν να μεν υπογράψει διότι αν δεν περάσει που το δημοψήφισμαν θα χάσουσιν τζ̆αι τα προεδρεία. Φαντάζουμαι όταν θα περάσει η ντοπαμίνη της εκλογικής μάχης τζ̆αι θα ππέσουν κάτω οι σεροτονίνες στα κανονικά επίπεδα γήροτος, τι είδους γλέντιν του τέλους θα γίνεται τζ̆ειπάνω στην αυλήν. Το να έσ̆εις ξαναδεί το έργον κάμνει την φρύκην χρώματος γλαυκού. Glauque στα γαλλικά δεν σημαίνει πια τζ̆είνον που εσήμαινεν στην παλιάν γαλλικήν λογοτεχνίαν. Μεταφράζω το Λαρούς τι λέει για την σύχρονην ερμηνία της λέξης Γλαυκος μετά το 80: “κάτι απειλητικό, παράξενο, που εμπνέει ένα δυσάρεστο συναίσθημα, μια αδιαθεσία που προκαλείται από μια ζοφερή ή οδυνηρή ατμόσφαιρα». Έχω την κακήν διαίσθησην ότι έτσι χρώμαν πιάννει πάλε η πολιτική κατάσταση στην Κύπρο. Μακάρι να έχω λάθος.

Οι νοικοκυραίοι μετρούν σήμμερα τα κουτσ̆ιά τους τζ̆αι ζυάζουν πιθανότητες αν να είναι με την πάνταν που θα κερδίσει. Η δυνατότητα να είσαι σφογκοκωλάριος του κερδισμένου είναι για πολλούς αποφασιστικός παράγων επιβίωσης ή καλοπέρασης. Σήμμερα να μεν είσαι του κύκλου των αππόσσω τζ̆αι να έσ̆εις να πέρνεις που το κράτος, περιμένεις ένα χρόνο να πληρωθείς, ενώ αν τους χρωστείς πέμπουν σου την αστυνομίαν. Να ψυχομασ̆είς τζ̆αι να θέλεις εγχείρησην, θέλει να έχεις την εύνοιαν κάποιου αππόσσω για να μεν καρτεράς 18 μήνες σειράν. Οι λήπτες αποφάσεων, από τες τράπεζες, τα ταμεία του κράτους, τα διοικητικά κρατικά κέντρα, τα αρχηγεία της αστυνομίας τζ̆αι του στρατού, την πολεοδομίαν, το τμήμαν περιβάλλοντος, την νομικήν υπηρεσίαν, τα δικαστήρια, το γραφείον τύπου τζ̆αι πληροφοριών, τους αθλητικούς οργανισμούς, τα γραφεία επιδομάτων για άπορους, μέχρι τες αρχισυνταξίες εφημερίδων, καναλιών, ραδιοσταθμών, πίννουν το νερόν του ίδιου συγκοινωνούντος βρώμικου δοχείου.

Στην Κύπρον του σήμμερα, ο σφογκοκωλάριος ή υποσχόμενος σφογκοκωλάριος δεν τολμά να εκδηλωθεί πολιτικά, ούτε καν σε δημοσκοπήσεις, φοβούμενος μπας τζ̆αι η κοπέλλα που αρωτά εν η κόρη ή η αρφότεχνη του τοπικού στελέχους του ΔΗΣΥ. Απαντά «δεν ενδιαφέρομαι για τα πολικά» δηλώννοντας μεγαλοστόμως «εμέναν ποιός με είδεν». Η Ντραγκέττα παρακυβερνά και με την απειλή. Τα απομεινάρια της Ντραγκέττας της Εόκας εγινήκαν έναν με την Ντραγκέτταν της αγοράς, την Ντραγκέτταν των δικηγόρων, την Ντραγκέτταν των τραπεζιτών, την Ντραγκέτταν του συναγερμού, την Ντραγκέτταν των αρχισυντακτών, η Ντραγκέττα των παπάων τζ̆αι μπορούμεν να πούμεν ότι έχουμεν Ενωμένην Ντραγκέτταν Κύπρος. Έχουμεν μαφίαν με πατρόναν! Η μόνη κοινωνικά αποδεκτή αμφισβήτηση της γλαύκας κατάστασης η οποία δεν επηρεάζει τα προσωπικά συμφέροντα του "προκομμένου νοικοτζ̆ύρη" είναι να πει μεγαλοστόμως «εμέναν ποιός με είδεν;».

Από σήμμερα μέχρι την Κυριακήν θα αναμένομεν να δούμεν αν τα αντανακλαστικά του νοικοκυραίου εθνικόφρονα κεντρώου θα ερεθιστούν που την προπαγάνδαν που διαχέει η Ντραγκέττα τζ̆αι αν θα ψηφίσει με κριτήριον «να μεν τον κυβερνά ο Ακκιντζ̆ί». Πόσους τέθκοιους βλάκες μπορεί να κερδίσει τούτον το επικοινωνιακόν πυροτέχνημαν της τελευταίας στιγμής;

Μέχρι την Κυριακήν θα αναμένομεν να δούμεν αν οι 21 000 ελαμίτες εν πολλά θυμωμένοι με τους συναγερμικούς, ή αν τελικά θα μαλαθκιάνει η φασιστόφατσα τους τζ̆αι θα παν να ψηφίσουν  σιλλόβρωτοι τον γιον του εοκαβητατζ̆ή. Οι λοαρκασμοί τους αν θα κερδίσουν ή θα χάσουν παραπάνω ψήφους στες επόμενες εκλογές μπορεί να καθορίσουν ποιός εν ο επόμενος πρόεδρος.

Θα αναμένουμεν να δούμεν τον αυτοεργοδοτούμενον, μικρόν ή μεγάλον επιχειρηματίαν, που τον έχουν βουττημένον μες τα γρέη, αν θα ψηφίσει με κριτήριον έναν νομικόν πλαίσιον πον να προστατεύκει σε ούλλους επαγγελματικήν στέγην τζ̆αι σπίτιν,  ή αν θα σκεφτεί τες καλές σχέσεις με την Ντραγκέτταν που μπορεί να του γλυτώσει ατομικά τζ̆αι κανέναν χωραφούιν που εκληρονομίσεν που την στετέν τζ̆ι εβάλεν το υποθήκην για το ακάλυφτον δάνειον.

Θα αναμένομεν ως την Κυριακήν να δούμεν κατά πόσον ο κόσμος που ταΐζουν πατριωτισμόν τζ̆αι «δεν ξεχνώ» οι κεντρώοι πολιτικάντηες βολεύκεται τζ̆αι με την χλωμήν Ντραγκέτταν που καθορίζει τα παζάρκα.

Την πρώτην Κυριακήν φκάλλουν νικητές οι ιδεολόγοι, την δεύτερην οι σσυφφεροντολόγοι. Πρέπει να καρτερούμεν ως την Κυριακήν να δούμεν που βαρεί η πούγκα της Κύπρου.

Είχα μιαν ελπίδαν ότι η Κύπρος θα ακολουθούσεν την Πορτογαλλίαν, που επέταξεν τους μνημονιακούς νόμους του άγριου καπιταλισμού τζ̆αι έδωκεν στον κόσμον αξιοπρεπή μισθόν τζ̆αι πετά η οικονομία, με μιαν κεντροαριστεράν να κρατεί σοβαρά τα δημοσιονομικά ισοζύγια τζ̆αι να περιορίζει την ασυδοσίαν του κέρδους κάμνοντας έναν μικρόν αριστερόν θαύμαν. Με την εξέλιξην που επιάσαν τα πράματα, μάλλον βαίννουμεν προς τα βήματα της Ισπανίας, όπου η ασυδοσία του κεφαλαίου κόφκει μισθούς των 900 € για τους δοχτόρους τζ̆αι 800 για τους υπηρέτες στες υπηρεσίες , με 1 στους 4 νέους άνεργους πρίγκιπες τζ̆αι πριγκίπισσες με εθνικιστικές κορώνες τζ̆αι εθνικά ζητήματα για φερετζ̆έν της ασυδοσίας, της εκμετάλλευσης, του κέρδους τζ̆αι της διαπλοκής. 



Άτε, τζ̆αι που δευτέρας πάλε δουλειάν, ότι τζ̆αι να προτιμήσει η πούγκα του Κυπραίου κουτσ̆ομέτρη. Πάλε δουλειάν, για όσους φυσικά έχουν δουλειάν. Οι άλλοι στην αναμονήν για καλύτερον αύριον. Χαρά στον που δεν έχει εξαρτήσεις από Ντραγκέττες. Χαρά στον που δεν καρτερά από Ντραγκέττες να του δώκει αξιοπρεπήν δουλειάν.

Όποιος τζ̆αι να εκλεγεί την Κυριακήν, η αριστερά της Κύπρου θα έχει μια σοβαρήν δουλειάν να βκάλει σχέδιον πως απαλλάσσεται ο κόσμος ο καλός από Ντραγκέττες. Τα εργαλεία που της διά το κράτος είναι σημαντικά, είτε αυτά λέγονται βουλή, είτε υπουργικό συμβούλιο. Είναι τζ̆αι ο δρόμος, τζ̆αι οι πλατείες, οι χώροι δημιουργίας, οι χώροι έκφρασης. Ο Αγώνας εν δύσκολος τζ̆αι η Ντραγκέττα εν τέρας που της κόφκεις μιαν κκελλέν τζ̆αι της πολιούσιν δύο.

Καλές επιτυχίες σε μιαν ενωμένην, επι τέλους αριστεράν για μιαν επανενωμένην Κύπρον με Ντραγκέττες αφοπλισμένες τζ̆αι τον καλόν τον κόσμον να δημιουργεί ελεύθερα.

Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

Το Μομπελεράν της Διχοτόμισης

Την διχοτόμισην εφέρεν την ο νους τους πιστολάρηες τζ̆αι τους παπάες, ήβραν την κκιλιππίριν οι δικηγόροι να στήννουν πάνω της πατριωτικά ρητοριλλίκκια να πουλούν του όχλου τζ̆αι να πιάννουν θέσεις. Ο δικηγόρος με δίχα θέσην πιάννει μεροκάματον, ο δικηγόρος με θέσην κάμνει τον πλούτον του τόπου πάρζαν. Κάποτε εν να γράψει η ιστορία πως εδημιουργηθήκαν οι πρώτοι εκατομμυριούχοι της Κύπρου μετά την εισβολήν τζ̆αι γιατί στην πλειοψηφίαν τους εξεκινήσαν που δικηγόροι.

Ο πατριωτισμός εν η μάσκα του άρπαγα, εν το αναισθητικόν του τσιβιτζ̆ιού, εν το μηχανάκιν του λαθροθήρα, εν το λίπασμαν της διαφθοράς, εν ο ακρογωνιαίος λίθος των παλαθκιών του ρουσφεθκιού.

Τούτον εν το Μομπελεράν. Έναν καταραμένον μέρος όπου κουλιάζει ούλλη η ξημαρισ̆ιά της οικουμένης.



Όσοι νομίζουν ότι ο Αναστασιάδης εττούμπαρεν την λύσην στο Κραν Μοντανά, απλά επήαν τρεις φορές στην βρύσην τζ̆αι εστραφήκαν άποτοι.

Ενώ τα μέλη της διαπραγματευτικής ομάδας είχαν ακόμα συγκρατημένες ελπίδες ότι εβαίνναμεν προς λύσην στον Μομπελεράν 1, έτυχεν να μάθω πριν που τζ̆είνους ότι που την δεύτερην ημέραν η προσπάθεια εττούμπαρεν. Η μικροφωνική που ήταν να χρησιμοποιήσει ο Μπάνκι Μούν να ανακοινώσει την συμφωνίαν ήταν αγκαζιαρισμένη μέχρι την δεύτερην ημέραν της πρώτης διάσκεψης. Επειδή τα Ηνωμένα δεν τρώσιν άσ̆ιερον τζ̆αι δεν θέλουν να κάμνουν άσκοπες σπατάλες, όταν εκαταλάβαν τες προθέσεις των μερών ακυρώσαν την. Ο κόσμος εν μικρός, Κυπραίος στην Ελβετίαν είσαι σαν την μούγιαν μες το γάλαν. Εγόραζα κραμπιά τζ̆αι άλλα χορτικά του σ̆ειμώνα στην λαϊκήν, όταν ήρτεν βουρητός ο παροχέας μικροφωνικών να μου κάμει ενημέρωσην για το ναυάγιον που ήταν να ανακοινώσει ο διεθνής τύπος την επόμενην τζ̆αι να πουλήσει ο Αναστασιάδης του Ακκιντζ̆ή με το ψέμαν ότι πρέπει να στραφεί στην Κύπρον να κανονίσει εμπλοκήν που έχει με το ΑΚΕΛ.

Δεν ηξέρω αν εδειλίασεν όταν ήρτεν ο κόμπος στο χτένιν ή αν εκρόστην τους επικοινωνιολόγους του ότι έσ̆ει παραπάνω τσ̆ανς να επανεκλεγεί στες προεδρικές, παρά να περάσει λύσην που δημοψήφισμαν. Δεν έσ̆ει τζ̆αι μεγάλην σημμασίαν. Έτσι τύπος μόνον το αρφάλιν του θα σκεφτεί τζ̆αι τα λεφτά πον να βάλουν πάνταν τα σόγια του. Με έτσι πρωτεραιότητες δεν μπορεί να πάρει κάποιος τα ρίσκα που χρειάζεται για να φκάλει τον τόπον που την μοίραν της διχοτόμησης. Σάμπου τζ̆αι η διχοτόμιση έμεινεν μας.

"Αναστασιάδη ήσουν σκέττη απογοήτευση" γράφει του καθημέρα ένας που επήρεν τζ̆αι τρίτην φοράν στην βρύσην τζ̆αι άφηκεν τον τζ̆αι τρίτην φοράν άποτον εις το Κραν Μοντανά.

Πιο κάτω ο Τουμάζος ο Τσ̆ελεπής διηγήται το χρονικόν της τρίτης βρύσης. Εν μια ώρα βίτεο αλλά η κύρια εισήγηση εν 20 λεπτά. Εν τζ̆αι οι απαντήσεις στα σχόλια ενδιαφέρουσες αλλά αν δεν έχει κάποιος χρόνον μπορεί να δεί μόνον την αρκήν. Κάθε Κυπραίος που ενδιαφέρεται για το πως τον περιπαίζουν πρέπει να το δει.

Για μέναν ο κύβος ερίφθην που το φθινόπωρον του 2016. Είσ̆εν τζ̆αι έναν σ̆ιόνιν τζ̆είνες τες μέρες αθθυμούμαι. Σάμπου τζ̆αι νόμιζες ότι είσ̆εν περάσει της οικουμένης η κλιματική αλλαγή. Αλλά με η κλιματική αλλαγή ετάραξεν που την οικουμένην με η διχοτόμηση που την Κύπρον.



Δευτέρα, 8 Ιανουαρίου 2018

Καλημέρα τζ̆αι τα φώτα...



Εσηκώθηκα τζ̆αι έκοψα την πίτταν των βασιλέων. Είναι για τους Γάλλους το ανάλογον της Βασιλόπιττας.

Ήταν παράξενη χρονιά το 17· νεκατωμένη· οι αποτυχίες πολλές. Όι πους εν είχεν επιτυχίες. Οι επιτυχίες ήταν επίσης πολλές· παραπάνω πιλέ, αλλά οι αποτυχίες τζ̆αι οι επιτυχίες εις την ζωήν δεν έχουν κοινόν νόμισμαν για να αντισταθμίζει η μια την άλλην. Η τελευταία αποτυχία έκατσεν εις τες 31. Όι μόνον έκρουσα την πιτταν, ξ̆ιώντας τα κρουσμένα, εφάνην τζ̆αι το « φλουρίν ». Επήεν το έθιμον άστοχον, από αναξιότηταν, από αμέλειαν, από αππωμάραν. Η αμέλεια είναι κόρη της αππωμάρας τζ̆αι του ττεμπελλιού. Η αναξιότητα εν πιο πολυπαραγοντικόν. Η Βασιλόπιττα εγίνην τελικά κανονικόν ψουμίν, οπόταν ήρταν τα Γαλλικά ήθη με τες galettes des rois σήμμερα Επιφάνια να σωσουν τα έθιμα.

Εσημάθκιασα 6 κομμάθκια, όσος εν ο κόσμος που αγαπώ τούτον τον τζ̆αιρόν. Το πρώτον ήταν για το φκιόρον που αγάπησα, Fleur de Pois, το 2 για τα δεντρούθκια που εφύτεψα, το 3 για την χλωρίδαν τζ̆αι την πανίδαν που κατοικά τους κόσμους μου, το 4 ειδικά φέτη για το δάσος τζ̆αι το 5 ειδικά για τα πουλλούθκια που επιλέξαν να φουλιάζουν μες τες φουλιές γυρόν που το σπίτιν μου. Το 6 ήταν για το σπίτιν το ίδιον.

Επαρακάλουν η πετρούα να ππέσει στο έναν.

Φέτη ένωθα την ανάγκην να γιορτάσω την λιτότηταν. Θα είναι βίτσιον του homo sapiens να γυρεύκει το σπάνιον για να ευχαριστηθεί. Στην γενιάν των γονιών μου, ο κόσμος έζ̆ιεν με λλιόττερα, τζ̆αι οι αθρώποι εγυρεύκαν να κάμουν τες ημέρες τες γιορτάρες να ξεχωρίσουν με φουαρταλλίκκια τζ̆αι πολυτέλειες. Ότι εκάμναν οι αρκόντοι εθέλαν μιαν ημέραν του χρόνου πιλέ μου να τα κάμουν τζ̆αι οι φτωσ̆οί. Εφτάσαν σήμμερα στο σημείον να ξησ̆ειλούν τα μαχαζ̆ια τους φτωχούς με κρίσμασκκεϊ τζ̆αι μελομακάρουνα με ευωδίες Givaudin, γαλίνες παραγεμωστές μαζικής παραγωγής τζ̆αι Αηββασίληες να διανέμουν κινέζικα. Η γενιά των γονιών μου εν η γενιά που εκατάστρεψεν τον τόπον. Που την μιάν τα εθνικιλλίκκια, που την άλλην να φάσιν τον τόπον άπου φκάλει λίραν αλοάρκαστα τζ̆αι επεέντιστα για το τί καταστρέφουν, εκάμαν με να αποστραφώ τζ̆αι τα φερσίματα τζ̆αι τες αξίες της γενιάς τούτης.

Επελλέτουν τες προάλλες τα έθιμα των πιό παλιών. Έναν κουταλούιν μέχλεπην που το Βερούτιν, θκυο μουσκοκάρκια  που την Ζανζιμπάρ, τρείς ξαννίες κανέλλα που την Σρι Λάνκαν, μισόν μουσκοκάρυον που τες Ινδίες τζ̆ι έναν αέραν μαυρόκοκκον που το Χαλέπιν, εκανούσαν για να κάμουν τες ημέρες γιορτήν. Το τελευταίον φούρνισμαν πριν τα φώτα εγίνετουν εις τες 23 του Δετζ̆έβρη. Ενεστένναν οι τόποι να χαρούν οι ψυσ̆ές των αθρώπων. Το έναν το ψουμίν, εστολίζαν το με σταυρούθκια κουλλουρένα τζ̆αι κοψίματα όμορφα με το ξ̆ιουράφιν ή με το ψαλλίδιν για να το πουν γεννόπιτταν τζ̆αι να το κόψουν το Πάσκαν των Γεννών. Του άλλου εβάλλαν του σελίνιν ή τσ̆ιφτέν μέσα για να το πουν βασιλόπιτταν τζ̆αι να το κόψουν του Αίου Βασιλιού. Ούλλα τα δωδεκάμερα τα ψουμιά ήταν μυρωδάτα. Έτσι ήταν η γιορτή τους.

Ετσι έκαμα τζ̆αι γιω την Βασιλόπιττα που έκρουσα, έτσι τζ̆αι την γκαλέτταν των βασιλέων εψές. Επειδή όμως η γκαλέττα εν Βραγκού, έκαμα την με γαλλικήν σίκαλην. Έψησα την μες τον φούρνον των ξύλων τζ̆αι ενεστάναν οι τόποι να μυρίσουν γιορτήν. Για τριάντα δευτερόλεπτα εχάρηα πους άκουα την φωνήν την καλοσυνάτην της στετές μου όπως την ώραν που φούρνιζεν τότες.

Φέτη έκοψα τζ̆αι το κρέας για να ξεχωρίσουν οι μέρες οι γιορτινές που τες άλλες με λιτότηταν καθαρήν που βάσανα ζώου, καθαρήν που κτηνοτροφικά απόβλητα, καθαρήν που υπερπαραγωγήν αερίων που βαρυνίσκουν την κλιματικήν αλλαγήν.

Η πετρούα εν έππεσεν μες το 1 που έθελα. Έππεσεν στην χλωρίδαν τζ̆αι την πανίδαν του κόσμου ούλλην. 



Αφούς η πίτα αποφάσισεν πους εν η χρονιά τους, εξαπόλυσα τα κκομπιούτερ τζ̆ι επήα έξω να ασχοληθώ μαζίν τους. Η μέρα σήμμερα ήταν ποτζ̆είνες της κλιματικής αλλαγής. Εχτές έπερνεν τους τόπους, σήμμερα έφκαλεν νήλλιον με 10 βαθμούς. Ήρτεν η Άννοιξη κατασ̆είμωνα.

Έβαλα τζ̆αι την μουσικήν να κάμνει συντροφκιάν. Έθελα την Barbara. Ήταν η χρονιά της πέρσυ. Επεράσαν τζ̆ιόλας 20 χρόνια.

Έρκεψα να μαζεύκω τα φύλλα που εν επρόλαβα να μαζέψω τζ̆αι ετσιλληθήκαν που το σ̆ιόνιν. Η μελαγχολική φωνή της Barbara τερκάζει άμαν συνάεις φύλλα.


Οι βολβοί αρκέψαν να ξιστρουφίζουν ήδη. Ήταν η τελευταία ευκαιρία να συνάξω φύλλα χωρίς να τσαλαπατήσω τα τρυφερά που βλαστούν. Το χόρτον εγίνην κούννα. Εκλάδεψα τα σμέουρα. Πέρσι εκάμαν κιλά τζ̆αι κιλά. Ελιμπήσαν οι κοράζινοι τζ̆αι εμοιράζαμεν. Κατ΄ακρίβειαν τζ̆είνοι εφάαν την μερίδαν του λέοντος που εν είχαν άλλην δουλειάν να κάμουν τζ̆αι αφήκαν μου εμέναν τα μιλλοσφοντζ̆ισματα. Χαλάλιν τους, εγώ ήρτα να ζήσω στον τόπον τους. Τζ̆αι αν επολλύναν πολλά, εν οι γειτόνοι που φταίσιν, που αφήννουν ποσκούπια έξω τζ̆αι επόλλυνεν η διαθέσιμη τροφή να συντηρεί έτσι πληθυσμούς. Πον να ξανακαρπίσουν, εν να βάλω δίχτυν να προστατέψω τζ̆αι λλία για λλόου μου.

Φέτη ήταν χρονιά φυθκιάς. Εφύτεψα 10 νέα δεντρούθκια. Τρία έπιασα τα που το pro specie rara με ποικιλίες πον υπό εξαφάνισην. Πέρσυ εγύραν κάτω μια αππιθκιά τζ̆αι μιαν κκεραζιά, εκατοντάχρονες, που εφυτέψαν προηγούμενοι που εζήσαν μες τουν το σπίτιν. Καλά εζήσασιν. Που την αππιθκιάν επρόλαβα τζ̆αι έπιασα αμμάτιν έναν χρόνον πριν να γύρει κάτω τζ̆αι αμμάτισα έναν που τα δεντρούθκια που εφύτεψα. Τα αππίθκια της λίβρας, εκτός που εν μισόν κιλόν το έναν, δεν αρρωστούν τζ̆αι διατηρούνται στην κάβαν ως τον Απρίλλην. Αμμάτισα τζ̆αι τες θκυό μηλιούες που τες παλιές πικοιλίες για να μεν φοούμαι να τες χάσω όταν θα έρτει τζ̆αι τζ̆είνων οι ώρα τους. Οι παλιοί εθκιαλέαν τες να μεν ισκουλουτζ̆ιάζουν. Τα ψεκάσματα πριν 100 χρόνια ήταν για όσους εκρατούσαν να ταΐζουν τες χημικές βιομηχανίες.

Η μοναξιά μες την δουλειάν, με την Barbara συντροφκιάν, μαλαθκιανίσκει ακόμα τζ̆αι συναισθήματα που εγινήκαν πέτρα. Το τηλεφωνούιν έπαιζεν l’aigle noir. Έκλαιεν η ψυσ̆ή μου με  την φωνήν την ταντελλένην που επόνεν. Ετρέχαν τζ̆αι τα μμάθκια μου τζ̆ι ενεκατώννουνταν τα δάκρυκα με το χώμαν που ετοίμαζα να φυτέψω μιαν τριανταφυλιάν. Εσκέφτουμουν γιατί έσ̆ει πλάσματα που γελούν για να μαλαθκιάνει η ψυσ̆ή τους τζ̆αι πλάσματα που θέλουν να κλαίσιν. Διερωτούμαι αν έσ̆ει πλάσματα που γελούν μόνοι τους άμαν θέλει α χαλαρώσει η ψυσ̆ή τους που σφίγγεται. Ερκουνταν στην σκέψην μου εικόνες που τότες που ήμουν μιτσής τζ̆αι έθελα να κλάψω. Έμαθα να κάμνω την καρκιάν μου πέτραν για να μεν νομίσουν οι άλλοι ότι εππούσ̆τεψα τζ̆αι να προσβαρτεί ο τζ̆ύρης μου. Έμαθα να προσβάλλουμαι που μόνος μου γιατί εφοούμουν πολλά να τον προσβάλω τζ̆αι να θυμώσει. Άμαν έθελα να κλάψω, ελάλεν μου η μάνα μου να μεν κάμνω ππουσ̆τέματα, τζ̆ι εσυνήθησα να κλαίω άμαν είμαι μόνος μου. Πλάσμαν αγέλαστον επί το πλείστον,  agelaste λαλούν οι Γάλλο, άμαν είμαι με άλλους, έμαθα να κλαίω για άλλα πράματα άσχετα. Που εν ελύθην το κυπριακόν, που θωρώ το βαρώσιν να το κατοικούν τα φαντάσματα, που εξιλείψαν τες ορχιδέες πουκάτω που τον άσφαλτον του ππάρκιν εις τους Κόννους ή τους κρίνους του γιαλού που εθαύμαζα κάποτε στο Νίσι Μπιτς̆, που ψεκάζουν τον κόσμον στην Συρίαν με κάζιν σαράν, που σκοτώννουν τους αθρώπους 80 χρόνια στην Παλαιστίνην για να πιάουν τον τόπον οι Οβραίοι...

Que c’est abominable de devoir à choisir entredeux innocences... έτρεμεν θυμωμένη η φωνή της Barbara τζ̆ι εσυγκλόνιζεν μου τες σκέψεις.

Εδάκρυζεν η καρκιά μου με την φωνή την τρυφερήν για τους άλλους στην Ραμάλλαν, για τους άλλους στην Βηθλεέμ, όταν αντιλήφτηκα ότι μια τουρίστρια που έκαμνεν παρπάτημαν μπροστά που τον δρόμον μου κάτω, έκατσεν σκόπημα πας το παγκούιν του δήμου τζ̆αι έκαμνεν πους ερέμβαζεν την θέαν με χρώματα του ουρανού για να κρυφακούει το άιφον που έπαιζεν. Εγώ πίσω που τους θάμνους εθώρουν την που ψηλά αλλά τζ̆είνη δεν εμπόρεν να με δει. Άραγες σου να έκλαιεν τζ̆αι τούτη για κάτι;

Έφκαλα τον λούκκον τζ̆αι έστρωσα τζ̆ερρατόξυσμαν του μονόκερου για να πιάει το χώμαν φωσφόρον οικολογικόν τζ̆αι να δυναμώσουν γλήορα οι ρίζες της τριανταφυλιάς. Δακάτω εμάθαν να ξ̆ούν τα τζ̆έρρατα τζ̆αι να τα ανακυκλώννουν για βιολογικόν φωσφορούχον λίπασμαν . Εν μια αναρριχιτική κότσ̆ινη τριανταφυλιά RAL 3003, που μουσκομυρίζουν τα φκιόρα της. Εν τζ̆αι η αναπλήρωση των παλιών τριανταφυλιών μες το πρόγραμμαν το φετινόν. Οι τριανταφυλιές που καλοσωρίζουν όποιον πλάσμαν έρτει έσσω μου που τον Μάην, ούλλον καλοτζαίριν, εν ούλλες πάνω που τριάντα χρονών. Μόλις Αουσκιάσουν οι κλώνοι μπορείς να κόψεις τζ̆αι να φυτέψεις πάρα τζ̆ει. Εδοτζ̆ίμασα τρεις τρόπους. Άλλες εφύτεψα τες κατάχαμα, άλλες έμπηξα τες μες σε μιαν πατάταν τζ̆αι εφύτεψα τες μαζίν για να εν πάντα υγρές, τζ̆αι άλλες, έβαλα τες μες σε πότσαν πλαστικήν πετ όπως δείχνουν πας το ίντερνετ. Επιάσαν ούλλες, τζ̆αι σήμμερα, αννοιξιάτικην μέραν των θεοφανίων, είπα να την φυτέψω διότι ενόμισεν πους ήρτεν ο τζ̆αιρός της να νεφουλλίσει τζ̆αι επέταξεν θκυό μούττες μες το πλαστικόν.

Εφύτεψα την τζ̆αι ένωσα μιαν χαράν. Αλάφρωσεν τζ̆αι η ψυσιή μου που την συγκίνησην.

Dis, quand reviendras tu ετραούδαν η Barbara,

Au printemps tu verras, je serai de retour,
Au printemps c’est jolie de parler d’amour,

Nos irons voir ensemble, les jardins refleuris...














Τζ̆αι ο οδηγός για πολλαπλασιασμόν της τριανταφυλιάς με πότσαν πετ.

Τέλος Αούστου, κόφκεις κλονίν με 6 αμμάθκια, κόφκεις τα φύλλα τζ̆αι αφήννεις 2-3 μόνον στα 3 αμμάθκια πον να μείνουν έξω που το χώμαν. Κόφκεις την πότσαν στα δύο, βάλλεις κομπόστον (ή χώμαν) φυτεύκεις το κλονίν, τρυπάς τον κώλον της πότσας, ξανακολλάς το πουπάνω, ποτίζεις την τζ̆αι στουππώννεις την. Βάλλεις την σε σκιάν. Κάθε κανέναν μήναν θέλει πότισμαν διότι εξατμήζεται.



Σε μερικούς μήνες το αμμάτιν θα αννοίξει. 

Φκάλλεις λούκκον 30 πόντους. Εγώ έβαλα τζ̆αι τζ̆ερρατόξυσμαν για λίπασμαν αλλά στην Κύπρον που οι μονόκεροι εν κάφκαροι μπορεί να μεν βάλετε.


Θέλει όμως κομπόστον για λίπασμαν τζ̆αι για να αλαφρύνει το χώμαν να αναπτυχτούν γλήορα οι ρίζες.


Προσεχτικά φκάλλεις τα πλαστικά.


Φυτεύκεις


Τζ̆αι επειδή θέλω τον Μάην να έσ̆ει σίουρα τριαντάφυλλα κότσ̆ινα, εκανόνισα τζ̆αι την προστασίαν. O Φερβάρης τζ̆ι ο Μάρτης σε τούτα τα μέρη μπορεί να φέρουν ξυλοπαούραν πλην 15°C.








Δευτέρα, 1 Ιανουαρίου 2018

Ευτζ̆ές 2018 για τον κόσμον μου

Στο πιο όμορφον φκιορούιν που εξεχώρισα τζ̆αι άθθισεν μες τον δρόμον της ζωής μου τζ̆αι ομόρφινεν τον κόσμον μου, εύχουμαι του ο κόσμος να του δώκει  ότι ομορκιάν είδεν που λλόου του τζ̆αι κάτι παραπάνω.

Στα δεντρούθκια που εφύτεψα μες την αυλήν μου εύχουμαι να δυναμώσουν οι ρίζες τους τζ̆αι να εντέξουν ότι τους τύχει μέχρι να γινούν αυτόνομα, οι καρποί πον να κάμουν αν καρπίσουν που τα φέτη, ναν γλυτζ̆ιοί τζ̆αι ζουμεροί.

Στην χλωρίδαν τζ̆αι την πανίδαν του βιότοπου που με περιβάλλει τζ̆αι που αγαπώ εύχουμαι φκιόρα πολλά τζ̆αι πικοιλίαν πλούσιαν μοναδικήν.

Ειδικές ευτζ̆ές επίσης στα δεντρά του δάσους που περιβάλλει τες περιοχές που αγαπώ, βροσ̆ές πολλές, φωθκιές καθόλου τζ̆αι επιτυχίες στα κράτη που αποφασίσαν να πληρώσουν το κόστος που χρειάζεται για να μειωθεί η κλιματική αλλαγή.

Ειδικές ευτζ̆ές τζ̆αι στα πουλλούθκια που επιλέξαν να φουλιάζουν γυρόν που το δικόν μου το σπίτιν, να προσέχουν που τους κάττους των αθρώπων τζ̆αι που ότι κίνδυνον τα παραμονεύκει όταν θα αποδημήσουν σε κράτη πιο θερμά.


Στο σπίτιν που μου διά βράστην τζ̆αι προστασίαν εύχουμαι του φέτη να αξιωθώ να το κάμω μηδενικής ενέργειας.